γύννις

γύννις, ιδος, ,
A a womanish man, ποδαπὸς ὁ γ.; of Bacchus, A.Fr. 61, cf. Theoc.22.69 (s.v.l.), Ael.VH12.12, Lib.Or.64.49.
2 = ἵππουρις, Ps.-Dsc.4.46,47.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γύννις — ( ιδος), ο (Α) θηλυπρεπής. [ΕΤΥΜΟΛ. < (θ.) γυν , γυνή, με εκφραστικό, υποκοριστικό διπλασιασμό] …   Dictionary of Greek

  • γύννις — a womanish man fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γυννίδων — γύννις a womanish man fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γύννιδας — γύννις a womanish man fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γύννιδες — γύννις a womanish man fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γύννιδι — γύννις a womanish man fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γύννιδος — γύννις a womanish man fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γύννιν — γύννις a womanish man fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γυναίκα — Ο άνθρωπος θηλυκού γένους. Με τον όρο γ. υποδηλώνεται επίσης η ώριμη για γάμο νέα. Στο ελληνικό Σύνταγμα του 1975 υπάρχει διάταξη (άρ. 4, παρ. 2) σύμφωνα με την οποία «οι Έλληνες και οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις». Με τη… …   Dictionary of Greek

  • smē-, smeī-, sm-ei- —     smē , smeī , sm ei     English meaning: to smear, rub     Deutsche Übersetzung: ‘schmieren, darũberwischen, streichen; darũber hinreiben”     Material: Gk. Infin. σμῆν, Aor. σμῆσαι ‘schmieren, abwischen, abrade”, 3. sg. pass. σμῆται,… …   Proto-Indo-European etymological dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.